Η Θεωρία των γλωσσικών κωδίκων

Η Θεωρία των γλωσσικών κωδίκων

Language-Quotes1

Η θεωρία των γλωσσικών κωδίκων αποτελεί σήμερα μία από της θεμελιώδεις θεωρίες της επιστήμης της Κοινωνιολογίας και ειδικότερα του κλάδου της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης. Διετυπώθει από το σπουδαίο κοινωνιολόγο Basil Bernstein στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μετά από πολυετή παρατήρηση και έρευνα. Ουσιαστικά, πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στον τύπο της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι μαθητές, την οποία και διαχωρίζει σε περιορισμένο και σε περίτεχνο κώδικα, και το κοινωνικό-οικογενειακό τους υπόβαθρο.

Εξετάζει τις σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ κοινωνικής τάξης, οικογένειας και σχολείου. Χρησιμοποιείται σαν ένα γενικό πλαίσιο για τη μελέτη της γνώσης και της εκπαίδευσης, προκειμένου να αναλύσουμε το αναπτυσσόμενο πεδίο κοινωνικών και πολιτιστικών πρακτικών σε όλα τα διαφορετικά πλαίσια μέσα και πέρα από την εκπαίδευση. Η θεωρία των γλωσσικών κωδίκων οικοδομεί πολύ αναλυτικά τις ιδέες των B.Bernstein και P.Bourdieu, αλλά ενσωματώνει και γνώσεις από ένα εύρος επιστημών, όπως η γλωσσολογία, η φιλοσοφία, η φυσική, οι πολιτισμικές σπουδές, η ανθρωπολογία και άλλες. Ενώ, φαίνεται να είναι επηρεασμένη από τους Durkheim, Marx, Foucault, Saussure, Bourdieu, Althusser και Douglas.

Ο Bernstein για την ανάπτυξη της θεωρίας του στηρίζεται σε πολύχρονες και μεγάλες εμπειρικές έρευνες και καταλήγει σε μια ολοκληρωτική, ερμηνευτική θεωρία για τη γλώσσα και το σχολείο. Πιο συγκεκριμένα, η γλώσσα που χρησιμοποιεί το σχολείο είναι μία από τις μορφές της, ένα από τα κοινωνικά ιδιώματα της κάθε εθνικής γλώσσας. Τη γλώσσα αυτή κατέχουν με άνισο τρόπο τα άτομα ανάλογα με την κοινωνική τους προέλευση. Η γλώσσα, η γνώση του χειρισμού της και η ευχέρεια εκμάθησης των κανόνων είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη σχολική επιτυχία ή αποτυχία. Καταστά δε σαφές ότι, οι διάφορες κοινωνικές τάξεις μιλούν διαφορετική γλώσσα, όχι όμως ως προς το λεξιλόγιο, αλλά ως προς τη δομή και τη σχέση του ατόμου με τη γλώσσα. Μάλιστα, εκείνη που διδάσκει το σχολείο είναι αυτή των μεσαίων στρωμάτων, άρα οι μαθητές από τα μεσαία στρώματα ευνοούνται. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοινωνικές διαφορές στους κώδικες επικοινωνίας μεταξύ των παιδιών της εργατικής και της μεσαίας τάξης αντανακλούν διαφορές ταξικές, διαφορές σε σχέσεις εξουσίας, στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, στην οικογένεια και το σχολείο.

Την περίοδο 1958-1961 ο Bernstein ορίζει δύο γλώσσες: α) την «κοινή γλώσσα» της εργατικής τάξης και την β) «επίσημη γλώσσα» της μεσαίας τάξης. Το 1962 η ορολογία αντικαταστάθηκε από α) «περιορισμένος γλωσσικός κώδικας» και β) «περίτεχνος γλωσσικός κώδικας». Οι δύο γλώσσες διαφέρουν ως προς τη δομή και εκφράζουν διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας. Δηλαδή, καθορίζουν και δύο διαφορετικούς γνωστικούς προσανατολισμούς. Εκφράζουν δε διαφορετικές σχέσεις μέσα στην κοινωνία, διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας, που αποτυπώνουν διαφορετική ιεραρχία και καταμερισμό της εξουσίας στο εσωτερικό της οικογένειας και διαφορετική χρήση του λόγου στις επικοινωνιακές σχέσεις.

Αναλυτικότερα, με τον όρο «περιορισμένος κώδικας» (restricted code), περιγράφει ένα τρόπο ομιλίας που στηρίζεται σε έντονα ανεπτυγμένες πολιτισμικές αντιλήψεις, έτσι ώστε πολλές ιδέες να μην έχει αξία να εκφραστούν με λέξεις. Χρησιμοποιείται λοιπόν, σε περιπτώσεις που υπάρχει πολύ, δεδομένη και μοιρασμένη γνώση στην ομάδα των ομιλητών. Εκφράζει ένα μεγάλο όγκο νοημάτων με λίγες λέξεις, κάθε μία από τις οποίες λειτουργεί σαν ‘εγχειρίδιο’, αφήνοντας στον ακροατή πολύ περισσότερες πληροφορίες που παραμένουν ανείπωτες. Απαιτεί βαθειά γνώση και κατανόηση. Δημιουργεί την αίσθηση της οικειότητας, ότι το άτομο δηλαδή ανήκει κάπου. Συναντάτε ανάμεσα σε φίλους, μέσα στην οικογένεια και σε άλλες δεμένες ομάδες. Είναι πιο μικρός, πιο πυκνός και απαιτεί προηγούμενη γνώση.

Από την άλλη πλευρά, ο όρος «περίτεχνος κώδικας» (elaborated code) εκφράζει μία μορφή ομιλίας, που συνοδεύεται από εσκεμμένη και κατασκευασμένη χρήση λέξεων με σκοπό την ακριβή απόδοση των εννοιών. Πρόκειται για ένα λόγο που στέκεται μόνος του. Δεν απαιτεί προηγούμενη γνώση. Είναι ολοκληρωμένος και γεμάτος λεπτομέρεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα τον ακούσουν σε μία συζήτηση, θα καταλάβουν και το νόημα της.

The-language-we-use-influences-the-way-we-think

Πολλοί ήταν αυτοί που αντιμετώπισαν με δυσπιστία τον ίδιο και την περίφημη πια «Θεωρία των Γλωσσικών Κωδίκων», ενώ άλλοι αντιμετώπισαν ιδιαίτερη συμπάθεια και αποδοχή τον ίδιο και τη δουλειά του. Το έργο του διχάζει ακόμα και σήμερα.
Ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του είναι ο Alan R.Sadovnik (1995) ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: « Ο Bernstein είναι σημαντικός και αμφιλεγόμενος κοινωνιολόγος, του οποίου η δουλειά επηρέασε μία γενιά κοινωνιολόγων της εκπαίδευσης και της γλωσσολογίας». Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι: « Η πρώιμη δουλειά του είναι πολύ αμφιλεγόμενη γιατί διαπραγματευόταν τις κοινωνικές διαφορές μέσα στην τάξη σε σχέση με τη γλώσσα. Παρόλα αυτά ανέδειξε το καίριο ερώτημα για τη σχέση ανάμεσα στον κοινωνικό διχασμό και την εργασία, την οικογένεια, το σχολείο και μελέτησε πως αυτές οι σχέσεις επηρεάζουν τις διαφορές στη μάθηση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις.». Ενώ, πιο χαρακτηριστικό ακόμα είναι το εξής σχόλιο του: « Η πρωτοποριακή του εργασία, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, μας διαφωτίζει όσον αφορά στην κατανόηση της σχέσης μεταξύ πολιτικής οικονομίας, οικογένειας, γλώσσας και εκπαίδευσης. Είχε αίσθημα δικαίου και κοινωνικής δικαιοσύνης ή με δικά του λόγια ‘αποφυγή της απώλειας εκπαιδευτικών δυνατοτήτων μίας τάξης’. Η δουλειά του συχνά παρεξηγήθηκε με την ταμπέλα της θεωρίας του ‘πολιτισμικού ελλείμματος’, κάτι που είναι τελείως ανακριβές.». Έχει πει επίσης για τον Bernstein: «Η καριέρα του αντικατοπτρίζει την ανησυχία του για την κατανόηση και την απάλειψη των φραγμάτων πέρα από την κοινωνική κινητικότητα.». Ακόμα, συμφωνεί με τη δήλωση των Karabel&Halsey (1977) : «Είναι πρόδρομος μίας νέας σύνθεσης.»

Ο Stephen Littlejohn, όπως παραπέμφθηκε από τον R.Young Spring (2002), στο ‘Θεωρίες Ανθρώπινης Επικοινωνίας’ (2002) δείχνει να ενστερνίζεται τις απόψεις του Bernstein και χαρακτηριστικά γράφει: «Η θεωρία του Bernstein αναφέρεται σε ένα σύστημα οργανωμένων αρχών πίσω από τη γλώσσα, που χρησιμοποιείται από τα μέλη μίας κοινωνικής ομάδας. Δείχνει ότι η γλώσσα που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους συζήτηση αντικατοπτρίζει και διαμορφώνει τις θεωρήσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Επιπλέον, οι σχέσεις που δημιουργούνται σε μία κοινωνική ομάδα επηρεάζουν τον τρόπο που η ομάδα χρησιμοποιεί τη γλώσσα και τον τύπο του λόγου που χρησιμοποιεί.». Αλλού αναφέρει: «Οι άνθρωποι μαθαίνουν τη θέση τους στον κόσμο, μέσω των γλωσσικών κωδίκων που χρησιμοποιούν.». Στο ίδιο ύφος ο Atherton (2002) λέει: «Ο περίτεχνος κώδικας συλλαβίζει τα πάντα, όχι επειδή έτσι είναι καλύτερα, αλλά επειδή είναι απαραίτητο ώστε όλοι να καταλάβουν. Πρέπει να είναι λεπτομερής επειδή οι καταστάσεις δεν επιτρέπουν στον ομιλητή να είναι σύντομος.».

Οι Tizard&Hughes (1984) και Tough (1976) μετά από μελέτες ανάμεσα σε παιδιά εργατικών και μεσαίων τάξεων καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα με τον Bernstein. Χαρακτηριστική είναι και η δεκάχρονη έρευνα της Ryqaiya Hasan (Macquarie University), κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στον τρόπο που οι οικογένειες της εργατικής τάξης αλληλεπιδρούν, σε σχέση πάντα με τις οικογένειες της μεσαίας τάξης. Αυτές οι διαφορές εξηγούν τις διαφορές στα εκπαιδευτικά επιτεύγματα των παιδιών της εργατικής και της αστικής τάξης.

Στην αντίπερα όχθη, οι πολέμιοι του Bernstein ισχυρίζονται ότι η ονομασία και η περιγραφή των δύο κωδικών περιέχει εκ των προτέρων θετική αξιολόγηση της γλώσσας που χρησιμοποιούν τα μεσαία στρώματα και αρνητική αξιολόγηση της λαϊκής γλώσσας. Επίσης, ο «περιορισμένος» κώδικας δεν είναι καθόλου περιορισμένος, απλώς εκφράζει μία άλλη σχέση με τη γλώσσα. Και για να δανειστούμε τα λόγια του Atherton(2002): «Όλοι χρησιμοποιούν τον περιορισμένο κώδικα κάποιες φορές. Πρέπει να’ναι πολύ παράξενη και κρύα μια οικογένεια, για να μην έχει τη δική της γλώσσα.». Οι Karabel&Halsey (1977), παρότι αναγνωρίζουν τη δουλειά του Bernstein σαν πρόδρομο μιας νέας σύνθεσης (όπως αναφέρθηκε νωρίτερα), αμφισβητούν την καθολικότητα των αποτελεσμάτων του, καθώς τα δεδομένα που χρησιμοποιεί είναι κυρίως βρετανικά. Ένα χαρακτηριστικό της βρετανικής κοινωνίας είναι, όπως λένε, ότι ο ταξικός χαρακτήρας της είναι ιδιαίτερα εμφανής και η ταξική γλωσσική διαφοροποίηση είναι ασυνήθιστα έντονη. Άραγε, μπορεί αυτή η θεωρία να εφαρμοστεί με την ίδια αποτελεσματικότητα και σε άλλες βιομηχανικές κοινωνίες; Ένα άλλο θέμα που θίγουν και αμφισβητούν όσοι εναντιώνονται στη θεωρία των γλωσσικών κωδίκων είναι η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε και μέχρι ποιο βαθμό αυτή ήταν σωστή ή έδινε έγκυρα αποτελέσματα. Επίσης, πόσο ‘έγκυρος είναι ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε δύο μόνο μέρη (εργατική και μεσαία τάξη). Τέλος, το γεγονός ότι η μελέτη δεν έγινε σε ‘φυσική’ κατάσταση, δηλαδή τα παιδιά ήξεραν ότι εξετάζονται, αποτελεί έναν ακόμα παράγοντα αμφισβήτησης. Χαρακτηριστική είναι η έρευνα του William Labov , η οποία διεξήχθει με ανάλογο τρόπο, αλλά χωρίς τα παιδιά να το γνωρίζουν, την ώρα μάλιστα του διαλλείματος. Με βάση τα αποτελέσματα, δεν προέκυψαν ουσιαστικές διαφορές στη γλώσσα των παιδιών με βάση την κοινωνική τους προέλευση. Όλα αυτά οδήγησαν τον Labov να πει με μια έντονη δόση ειρωνείας: «Αν ο Bernstein χρησιμοποιούσε αυτή τη θεωρία στις ΗΠΑ θα έβρισκε ότι τα μαύρα παιδιά είναι άγλωσσα.».

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η «Θεωρία των Γλωσσικών Κωδίκων» και οι κριτικές που κατά καιρούς έχει δεχτεί δίνουν πολλή τροφή για προβληματισμό. Εν κατακλείδι, οφείλουμε να παραδεχτούμε και να αναγνωρίσουμε το σπουδαίο έργο ενός μεγάλου κοινωνιολόγου. Ένα έργο όμως, που αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται για συγκεκριμένους λόγους και προσφέρει έδαφος για εποικοδομητική κριτική και γόνιμο προβληματισμό. Κάτι που από μόνο του αρκεί για να αναγάγει τον συγγραφέα του σε έναν από τους πιο σημαντικούς επιστήμονες των τελευταίων δεκαετιών.

 

quote-Federico-Fellini-a-different-language-is-a-different-vision-14418


Skip to toolbar